Σύντομες σημειώσεις πάνω στη στράτευση, την πολιτική και τη λιποταξία
Nigredo
[ Η μετάφραση έγινε από τη δημοσίευση του κειμένου στα γαλλικά στο Entêtement. Λάβαμε, επίσης, υπόψη και το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Nigredo.
μτφρ.: Marguerite Porete | έπεσε σκοτάδι ]
1. Τίποτα δεν είναι πιο επίκαιρο στους κινηματικούς κύκλους από την κριτική της στράτευσης και το στοχασμό πάνω «στην κρίση της στράτευσης». Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αυστηρή ή αποθαρρυμένη παραδοχή της ανάγκης να ξεπεράσουμε την ταυτότητα του αγωνιστή [militant] αναπαριστά, για τον αγωνιστή τον ίδιο, ένα φόρο τιμής στο πνεύμα των καιρών. Όπως και στους άλλους τομείς, η εναλλακτική ανάμεσα στη διαλεκτική εξάρτηση της κριτικής προς το αντικείμενό της και τη θετική ετερότητα του διαχωρισμού, είναι καθαρή και ξάστερη. Το να εγκαταλείψουμε το πεδίο της ορατότητας της πολιτικής αυτo-αξιοποίησης, σημαίνει να αλλάξουμε πεδίο, να υπάρξουμε αλλού, να μιλήσουμε μία άλλη γλώσσα σε άλλες συνομιλήτριες. Από την ριζοσπαστική συνείδηση της συμπληρωματικότητας, λοιπόν, στην επινόηση νέων μορφών.
2. Οι μόνες περιστάσεις που είναι λογικό να κάνουμε νύξη στα φαινόμενα της σύγχρονης «ριζοσπαστικής» πολιτικής και τον κόσμο του «κινήματος» είναι εκείνες που αποτελεί αναγκαιότητα να εκθέσουμε τις αλληλέγγυες επιδιώξεις τους –μέσω του διαλόγου, της πρακτικής ή της συμπεριφοράς– σε σχέση με τις διαδικασίες της αναδιάρθρωσης και του εκσυγχρονισμού της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σε αυτήν την περίπτωση, το αντικείμενο της διακήρυξης εντοπίζεται στις ίδιες τις διαδικασίες του εκσυγχρονισμού της διακυβέρνησης ως γενικής δυναμικής. Σε καμία περίπτωση, τα πολιτικά υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτές τις μεταβάσεις –μεταβάσεις που πρέπει να διευθετηθούν και να αναλυθούν χωρίς να κάνουμε παραχωρήσεις– δεν συγκροτούν έναν δημόσιο στόχο στον οποίο πρέπει να απευθυνθούμε. Η πολεμική θα ήταν μία ακόμη σύγκρουση, γι’ αυτό είναι πολύ καλύτερο να πάμε πιο μακριά. Κάτι τέτοιο δεν μας εμποδίζει καθόλου να λάβουμε υπόψη με σαφήνεια τις τελευταίες εξελίξεις και τις δυνάμεις που είναι παρούσες και να επιχειρήσουμε να τοποθετηθούμε στρατηγικά σε σχέση με αυτές. Το να αδράξουμε αυτόν τον σχηματισμό δυνάμεων, σημαίνει να δράσουμε παράπλευρα ή να υποχωρήσουμε για να δούμε καλύτερα, να στοχαστούμε με προοπτική, να αναπνεύσουμε: να μην επιτεθούμε στις υπόλοιπες πολιτικές μορφές που θέλουμε να καθαιρέσουμε, αλλά να αναποδογυρίσουμε το πεδίο τους, να συγκροτήσουμε ένα άλλο σχέδιο ικανό να ανατρέψει ολοκληρωτικά τους κανόνες ενός παιχνιδιού που στρέφεται στο κενό.
«Πιστεύω πως πρέπει να πούμε πως η αντίσταση και οι εν εξελίξει αγώνες δεν έχουν πλέον την ίδια μορφή. Το ζήτημα δεν είναι πλέον να συμμετάσχουμε σε αυτά τα παιχνίδια εξουσίας ώστε η ελευθερία και τα δικαιώματά της να γίνονται σεβαστά στο έπακρο, αυτά τα παιχνίδια δεν είναι πλέον ανεκτά. Το ζήτημα δεν είναι πλέον οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των παιχνιδιών, αλλά η αντίσταση στο παιχνίδι και η άρνηση του ίδιου του παιχνιδιού. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο αριθμό αγώνων και μαχών.» (Michel Foucault)
2 b. Για να ξεκαθαρίσουμε κάθε παρανόηση: η ιδέα πως πρέπει να αποφύγουμε να πούμε τα πράγματα καθαρά για χάρη ευκαιριακών θεωρήσεων, εκτός του ότι είναι τρομερά δειλή, αντικατοπτρίζει πλήρως την ίδια στάσιμη υποτέλεια στις λογικές της αναπαράστασης και του πολιτικού ανταγωνισμού. Το να αμβλύνουμε την οξύτητα μίας δήλωσης για να μην ενοχλήσουμε, σημαίνει πάντοτε να αποδεχτούμε την ίδια σφαίρα διαλόγου, τους ίδιους συνομιλητές και τον ίδιο ασφυκτικό αέρα. Το να σκεφτόμαστε, επομένως, πως αυτός ο ποταπός τακτικισμός προσομοιάζει σε μία στρατηγική και πως ένα μικρό παιχνίδι πολιτικής μίμησης καταλήγει στο να κερδίσουμε συμμάχους, υποστηρικτές ή απλώς ευήκοα ώτα στο μήνυμά της, αποτελεί μία ξεπερασμένη πλάνη. Δεν είναι εφικτό παρά αρθρώνοντας προσεκτικά διακηρύξεις που σηματοδοτούν μία ποιοτική διαφορά σε ηθικό επίπεδο που μπορούμε να συναντήσουμε τους φίλους που αξίζει τον κόπο να γνωρίσουμε, τους δυσαρεστημένους, τους ανυπόμονους, αυτούς και αυτές που δεν θέλουν να λένε ψέματα. Το να πούμε πως η πολιτική οικολογία αποτελεί σήμερα λόγο των κυβερνήσεων, δεν είναι ένας τρόπος να απαλλαγούμε από τη μνησικακία μας, αλλά σχετίζεται με το να απευθυνθούμε στην αισθητότητα αυτών που βλέπουν καθαρά τη φύση του προβλήματος και που έχουν την πρόθεση να δράσουν με συνέπεια.
3. Ο ρεφορμισμός και ο ριζοσπαστισμός αποσυντίθενται ταυτόχρονα. Αυτές οι τάσεις δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου αδιεξόδου και είναι απόλυτα αλληλοεξαρτώμενες: δεν μπορούμε να στρέψουμε τον ένα πόλο εναντίον του άλλου χωρίς να τους θωρακίσουμε και τους δύο, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους μηχανισμούς [dispositifs]. Στην ηθικιστική κριτική απέναντι στον πολιτικό οπορτουνισμό των διαφόρων οργανώσεων ή συλλογικοτήτων του «κινήματος», που διεξάγεται χάριν μίας αδιαλλαξίας στην αναπαραγωγή των ίδιων συμβολικών πρακτικών ή μίας αυτοκαταστροφικής καθαρότητας, αντιστοιχεί η εύστροφη επίδειξη της απουσίας ενδοιασμών χωρίς την παραμικρή προοπτική. Τα δύο μονοπάτια δεν είναι απλώς γεμάτα από λακούβες και αδιέξοδα, αλλά είναι επίσης σημαδεμένα από σφάλματα που κρύβουν τους δρόμους της εξόδου. Εν αρχή υπήρxε το Κίνημα / Και τώρα;
4. Γιατί να εγκαταλείψουμε τον δημόσιο χώρο της πολιτικής; Επιχειρούμε να μην αποφύγουμε το ερώτημα. Ας συνοψίσουμε αυτό το έργο, που χαρακτηρίζεται από όρους όπως απόσχιση, λιποταξία ή διαχωρισμός, σε τέσσερα απλά σημεία: να εμβαθύνουμε μία θέση, να υφάνουμε δεσμούς, να συγκροτήσουμε μία εντοπισμένη σύσταση [localiser une consistance], να συνεισφέρουμε στην επίθεση τις στιγμές της εξέγερσης. Αυτά τα τέσσερα σημεία μπορούν επίσης να ανακεφαλαιωθούν, αδιάκριτα, στη συνωμοσία ή στο χτίσιμο του κόμματος. Το κόμμα δεν είναι μία δομή, ένα υποκείμενο ή ένας επίσημος μηχανισμός προσβάσιμος στο κοινό, αλλά ένας υπόγειος συντονισμός μορφών και αισθητών πόρων που συγκλίνουν σε συνωμοτικό επίπεδο. Το ιστορικό κόμμα, το κόμμα των αισθητών μορφών οι οποίες γίνονται στρατηγική διαίσθηση. Η υπερτροφική επέκταση του βιοπολιτικού ιστού σε όλους τους τομείς και η αναδίπλωσή του στον εαυτό του, καθιστούν την εξουσία ένα περιβάλλον [milieu] και την αντίσταση έναν άγνωστο – σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με υποκείμενα. Το να φανταστούμε τις εαυτές μας στην κεφαλή των μελλοντικών επαναστάσεων ως ένα θεωρητικό μυαλό, ως κέντρο της πολιτικής διαμεσολάβησης ή ως πεφωτισμένη πρωτοπορία, είναι απλώς γελοίο: σε αυτήν την εποχή το έργο των επαναστ(ρι)ών συνίσταται στο να θέσουν τις ιδέες τους σε κυκλοφορία, στο να προετοιμάσουν τις συναντήσεις και στο να επιτρέψουν το στρατηγικό συνδυασμό τους. Το Nigredo επιθυμεί να κάνει λόγο για την πρώτη, αρνητική φάση αυτής της μεταμόρφωσης.
«Το προλεταριάτο φέρει, από εδώ και στο εξής, εντός της ίδιας του της ύπαρξης, το άμεσο περιεχόμενο των καθηκόντων του και δεν έχει πλέον ανάγκη το επίσημο κόμμα. Δεν μπορεί να “υπάρξει” παρά σαν τον δικό του ιστορικό κόμμα» (Bériou).
5. Η εμβάθυνση μίας θέσης. Ο χώρος της σκέψης. Παρατηρούμε σε όλα τα πεδία του παρόντος όπου κάτι διακυβεύεται, μία γενική αναδιοργάνωση των εδραιωμένων μορφών και μία παρακμή όλων των σταθερών συντεταγμένων. Δεν υπάρχει ούτε πυξίδα ούτε σημαδεμένο μονοπάτι, κυρίως στις συνταγές της επαναστατικής πολιτικής. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το λεξιλόγιο. Η σύγχυση της γλώσσας, όπως συμβαίνει συχνά, έχει ως αποτέλεσμα, οι κατηγορίες που σε προηγούμενους κύκλους θα μπορούσαν να συλλάβουν την αποφασιστικότητα της σύγκρουσης, τη στιγμή που ο εχθρός έχει μετασχηματίσει το πεδίο του αγώνα, να γίνονται εργαλεία του αντίπαλου στρατοπέδου, φορείς ειρήνευσης. Σήμερα, το δημόσιο πρόσωπο της προσταγής ενσαρκώνεται στις ηθικιστικές εντολές του προοδευτισμού –ενός προοδευτισμού που εξατομικεύεται στην ενοχή του υποκειμένου και των καθημερινών του συμπεριφορών– στο περιβαλλοντικό, πολιτισμικό, ταυτοτικό πεδίο, καθώς και στο πεδίο της έκφρασης. Όχι πλέον ο νόμος αλλά ο κανόνας, όχι πλέον η απαγόρευση αλλά ο γενικευμένος πολλαπλασιασμός των τεχνικών του εαυτού, της φροντίδας, της πολυμορφικής και εξατομικευμένης εξημέρωσης. Αυτό σημαίνει πως οι χειρονομίας της ανυποταξίας παίρνουν συχνά την ενστικτώδη μορφή του κυνισμού, της δεξιάς, της συντηρητικής αντίδρασης. Ο πραγματικός punk, σήμερα, υπερασπίζεται μία συμβολική σφαίρα που έχει εσωτερικεύσει κατά την προγενέστερη κοινωνικοποίησή του, την οποία ξαφνικά η νέα κοινωνική σύνθεση του έχει αποσπάσει. «Η εξέγερση μετατοπίζεται στα δεξιά» αποτελεί ένα καθησυχαστικό μότο ώστε να μην κινηθούμε σε βάθος και να ευθυγραμμιστούμε με την κανονικοποίηση. Το διακύβευμα συνίσταται στο να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε αυτό το νέο πρόσωπο της εξουσίας, να εξηγήσουμε τις ενδογενείς αρθρώσεις μέσω των οποίων επενδύει και κινητοποιεί το φαντασιακό, επενδύει τη γλώσσα των υποκειμένων, αγγίζει το πραγματικό. Μέσω των οποίων, με άλλους όρους, κατασκευάζει την ψυχή.
«Αυτός που τολμά να αναλάβει την οργάνωση ενός λαού, πρέπει να αισθάνεται ικανός να μεταλλάξει, για να το πούμε έτσι, την ανθρώπινη φύση, να μεταβάλλει το κάθε άτομο, το οποίο αποτελεί καθεαυτό ένα τέλειο και αυτόνομο όλον, σε ένα τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου, του οποίου το άτομο αποτελεί με κάποιο τρόπο τον αποδέκτη της ζωής και της ύπαρξης». (Rousseau)
Ο καπιταλιστικός πολιτισμός που ξεκίνησε με τη δημιουργία ενός επιστημονικού, στρατιωτικού και βιομηχανικού συμπλέγματος κλυδωνίζοντας στη ρίζα τους όλα τα θεμέλια των προγενέστερων μορφών ζωής, έχει προσεγγίσει το σημείο της απόλυτης κορύφωσής του: υπάρχει μία γραμμή που ξεκινά από την κατάφαση του υπολογιστικού λόγου και απολήγει στην εξάλειψη της εμπειρίας, περνώντας στο ενδιάμεσο από τη στατιστική, τον American way of life [Αμερικάνικος τρόπος ζωής], την πυρηνική ενέργεια, τη βιομηχανία της διασκέδασης, χωρίς να ξεχνάμε τον κοινωνικό δαρβινισμό, τη σειριοποίηση των θανάτων στις παγκόσμιες συγκρούσεις και τα αλγοριθμικά δίκτυα που λειτουργούν ως διαμεσολαβητές στις σχέσεις μας.
Τα εν λόγω σημεία συνιστούν τα στάδια μίας διαρκούς διαδικασίας αξιοποίησης και της αέναης επιβεβαίωσης αυτής της γιγαντιαίας μεταφυσικής εμπειρίας που ονομάζουμε Επιστήμη, Κεφάλαιο, Δύση. Το να αντιληφθούμε το πέρασμα αυτού του ορίου που αποτελεί τη μόνιμη καταστροφή ενός πολιτισμού, όπου κάθε εναπομείναν χώρος αναστρέφεται και συμπιέζεται στο έπακρο για να εξαχθεί και η τελευταία ρανίδα προς χάριν της οικονομίας, της διαφήμισης και της αυτο-αξιοποίησης συνεπάγεται να προβούμε σε μία επανεπεξεργασία της γλώσσας μας. Καμία από τις βασικές λέξεις του λεξιλογίου μας δεν μπορεί να παραμείνει άθικτη: επανάσταση και κοινότητα, πολιτική και ιστορία δεν σηματοδοτούν πλέον το ίδιο πράγμα. Μία επανάσταση που δε διανοίγει τα άγνωστα μονοπάτια της χειραφέτησης εντός της γραμμικής ή κυκλικής εξέλιξης της ιστορίας, αλλά επανέρχεται με μία σπειροειδή κίνηση στην επίμονη απαρχή [origine] που προσέβαλε τα όργανα της πολιτικής δράσης, ώστε εν τέλει να την καθαιρέσει, μπορεί να συνιστά μία μετάλλαξη αυτού που έχουμε, έως σήμερα, ονομάσει επανάσταση; Μία πολιτική που αποτελεί ένα κάλεσμα για να εξέλθουμε από την πόλη, για να οικοδομήσουμε μία εντασιακή εξωτερικότητα ως προς τον τρόπο ζωής που μας επιβάλλεται και ως προς τα όπλα μέσω των οποίων οι ψυχές μας κατασκευάζονται τεχνητά, αντιστοιχεί σε αυτό που έχουμε γνωρίσει υπό το όνομα της στράτευσης; Και τι συμβαίνει με την κοινότητα, στην οποία ο Λαντάουερ αφιέρωσε την Σοσιαλιστική Λίγκα εδώ και πάνω από έναν αιώνα; Τι να κάνουμε στον κόσμο του ψηφιακού και της πυρηνικής ενέργειας νέας γενιάς;
Αυτή η αλχημεία των νέων μορφών και των συνωμοσιών που βλέπουμε να κινητοποιούνται στα μη-κινήματα [i] του παρόντος, ανάμεσα σε συνωμοτικές γλώσσες, «διαγώνιες υποκειμενικότητας» [1] και εναλλακτικές αφηγήσεις, αποτελούν μία δεξαμενή ζωτικών δυνάμεων για την κατασκευή μίας πολιτικής εντασιακότητας ενάντια στην πολιτική. Και κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με ένα παιχνίδι με τις λέξεις: το να μετέλθουμε σε μία πολιτική εντασιακότητα –διατηρώντας μόνο τον επιθετικό προσδιορισμό [όσον αφορά στην πολιτική, Σ.τ.Μ.]– σημαίνει να διασχίσουμε ένα όριο, πέραν του οποίου οι δυνάμεις είναι δυσδιάκριτες και διάσπαρτες, σημαίνει να τους δώσουμε συνοχή και μία μέθοδο. Σημαίνει να βάλουμε ένα στοίχημα. Αλλά κάτι τέτοιο περνάει από τη διαμόρφωση ενός φαντασιακού: αυτού που είναι περισσότερο από όλα απόν σήμερα, τη στιγμή που οι αναπαραστάσεις της επαναστατικής πολιτικής έχουν διαλυθεί, ακόμη και οι ιδεολογικές.
6. Να υφάνουμε δεσμούς. Η εποχή βρίσκεται στις απρόβλεπτες συναντήσεις και τις αναπάντεχες συνέργειες που πρέπει να τις αναζητήσουμε στην έρημο. Το να συνωμοτούμε δεν αποτελεί μία ποιητική πρόταση, είναι αντιθέτως μία πρακτική πρόταση. Οι δυνητικοί αντιφρονούντες δεν βαδίζουν πάντα με ένα σήμα στο πέτο, θα πρέπει να τους βρούμε. Αυτή η επίκληση στη συνάντηση και στους δεσμούς δεν μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει ένα άλλοθι για να αποφύγουμε τα ερωτήματα του επαναστατικού ορίζοντα. Η απώλεια που κληροδοτήσαμε από την αποτυχία των προγραμμάτων του ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος θα πρέπει να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας μέχρι τέλους: το να επαναφέρουμε την πολιτική πρόταση στην ηθική διάσταση από την οποία αναδύεται, δε συνεπάγεται να απαρνηθούμε το όριο πέραν του οποίου οι ηθικές χειρονομίες αποκτούν μία πολιτική δύναμη και εντασιακότητα. Θα πρέπει να συνάξουμε τους δεσμούς γύρω από μία αλήθεια η οποία δε μπορεί να συγκροτηθεί παρά μέσα από ερωτήματα, η οποία θα πρέπει να υποδέχεται εντός της εμπειρίας αυτό που απομένει, αυτό που τροφοδοτεί μία θέση. Βέβαια, η απώλεια αξιόπιστων επιλογών όπως μας παραδίδονται από τον πλουραλισμό της πολιτικής κληρονομιάς, από τις ιδεολογικές συνθέσεις του παρελθόντος, από τη διάρρηξη της συνέχειας των παραδόσεων, μας αφήνουν ορφανούς. Όμως αυτό που ενισχύει τη σύγχυση, είναι σίγουρα η απουσία ενός πεδίου επαλήθευσης εντός του οποίου οι εμπειρίες μπορούν να ταξινομηθούν. Επειδή ο κομμουνισμός ανήκει στην εμπειρία, τη σχέση, τη συνάντηση, πρόκειται για μία θεμελιώδη και πρωτογενή διάσταση που διαφεύγει κάθε οργανωσιακής θέλησης, ενώ η επανάσταση δεν συνιστά κάτι τέτοιο καθώς αποτελεί το προϊόν μίας στρατηγικής απόπειρας. Μέχρι πού μπορούμε να ανατρέξουμε στην αναζήτηση συντεταγμένων προσανατολισμού; Το σημείο αναφοράς για την επαλήθευση των στρατηγικών ήταν η σύγκρουση, αλλά σε τι αναφερόμαστε τη στιγμή που η ίδια η σφαίρα της πολιτικής τίθεται υπό διερώτηση ως προς το νόημα της; Από τη στιγμή που οι ιδέες της επανάστασης και της νίκης αμφισβητούνται; Το να υφάνουμε δεσμούς, σημαίνει να καλλιεργήσουμε τον κομμουνισμό διατηρώντας την ιδέα της επανάστασης στην κατάσταση μίας υπόθεσης προσωρινά ανενεργής. Ως εκ τούτου: μία αποσυντάσσουσα προοπτική θα πρέπει να στοχαστεί εκ νέου και να μην παραλείψει το στενό πέρασμα της επανάστασης –θα επανέλθουμε σε αυτό– και οι πόλοι του κομμουνισμού και της επανάστασης δεν θα πρέπει να διακριθούν οριστικά. Αντιθέτως, το παρόν είναι αυτό ενός συνωμοτικού και καταποντισμένου κομμουνισμού· αλλά όπως τη συνωμοτική φάση του εργατικού κινήματος διαδέχθηκε, διαμέσου της μπλανκικής και της πρωτοκομμουνιστικής ιστορίας των διάσπαρτων σεκτών, η πολιτική αναγέννηση εντός της συνέχειας του ιστορικού κόμματος, οι νέοι επαναστατικοί κύκλοι θα διανοιχθούν πέρα από την επιμονή κάθε φορμαλιστικής δομής. Αναμένοντας, στο βαθμό που η εποχή το επιτρέπει, η οπτική του ενιαίου θα πρέπει να διατηρηθεί είτε ολιστικά είτε θραυσματικά.
7. Να συγκροτήσουμε μία εντοπισμένη σύσταση. Το πεδίο επάνω στο οποίο το συντετριμμένο «εμείς» των επαναστατών, αν κάτι τέτοιο υφίσταται, βρίσκεται σε μεγαλύτερη υπαναχώρηση απ’ ότι στους υπόλοιπους. Σχετίζεται με το μη επιλύσιμο ζήτημα της αυτονομίας τεθειμένο πέραν των ιδεολογικών απλουστεύσεων της διαμοιρασμένης αναδίπλωσης η οποία στην περίπτωση του οργισμένου φορμαλιστικού ρεφορμισμού μετατρέπεται σε κοινό τόπο: η επανάσταση, έγραφε ο Montaldi, είναι μία δύναμη όχι μία μορφή. Εντός του χώρου που εντοπίζεται και οργανώνεται από το πλέγμα της σύγκρουσης, η ενίσχυση των υλικών δομών που επιτρέπουν μία σχετική ανεξαρτησία σε σχέση με τους πόρους του εχθρού, μας επιτρέπει να διαφύγουμε της προσταγής του κατεπείγοντος και να αναπνεύσουμε λιγάκι. Επομένως, η δημιουργία αυτών των πόρων δεν έχει κανονιστική ηθική (morale) [ii] αξία: δεν υπάρχει κλίμακα μέτρησης των μέσων διαβίωσης ή πρακτικές υλικής αναπαραγωγής οι οποίες να ταξινομούνται σύμφωνα με την αύξηση της ριζοσπαστικότητας, της καθαρότητας ή της αυτονομίας, αλλά η σχετικότητα αυτών των πόρων σε ένα τόπο εντός του οποίου είναι χρήσιμοι και δυνατοί, εντός του οποίου διανοίγουν έναν χωρο-χρόνο. Το ότι αυτοί οι χώροι της ηθικής και υλικής ενίσχυσης, της κυκλοφορίας των μέσων και των γνώσεων, μπορεί να αφορούν είτε στις δεξιότητες κρούσης είτε στη διεξαγωγή της μελέτης είναι άνευ σημασίας: σε όλους τους τομείς, η δυνατότητα μίας περιθωριακής στρατηγικής σε σχέση με τους υφιστάμενους θεσμούς αποτυγχάνει όλο και περισσότερο από τους πρακτικούς και τους ιδεολογικούς περιορισμούς που την καταδυναστεύουν. Καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαίο να οργανωθούμε έξω και δίπλα από τους μηχανισμούς που διευθετούν τη συλλογική μας ζωή, από τους οποίους εξαρτόμαστε για την κάλυψη των καθημερινών μας αναγκών, ακριβώς επειδή αυτοί γίνονται όλο και περισσότερο ασφυκτικοί. Η συγκεκριμένη τάξη δραστηριοτήτων, ακόμη μία φορά, μπορεί να οδηγήσει στην εμπειρία του κομμουνισμού. Και σε αυτήν την περίπτωση, η διαλεκτική σχέση τίθεται ανάμεσα στο ηθικό πεδίο του byt, [iii] δηλαδή της μορφής ζωής και αυτή του επαναστατικού ορίζοντα. Αντίθετα με ό,τι έχει γραφτεί αυτά τα τελευταία χρόνια, ακόμη και από γειτονικές χώρες, η διαδικασία εκείνη που συνίσταται στο να διαχωρίσουμε τον κομμουνισμό από την επανάσταση, το ηθικό παιχνίδι και την πολιτική δύναμη, συνιστά μία εμπειρία που μπορεί να αποβεί καταστροφική. Όχι επειδή είναι λάθος το ότι ο ηγεμονικός μύθος της Επανάστασης έριξε μία διαβρωτική σκιά επάνω στη ζωτική πραγματικότητα των εντόπιων συστάσεων και την πολλαπλότητα των μειονοτικών, άμεσων και σχισματικών κομμουνισμών που διασχίζουν την ιστορία των επαναστατικών κινημάτων, αλλά επειδή η σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο πτυχές είναι περισσότερο σύνθετη από ένα αντικρουόμενο, δηλαδή διαλεκτικό ζεύγος. Δύο σημεία:
a. Ο ορισμός της επανάστασης ως κάτι καθολικού, προοδευτικού και νομιμοποιημένου από μία ρήξη στη ροή της ιστορίας, παράγεται την ίδια στιγμή που αυτή η κατηγορία κωδικοποιείται –εκκινώντας από την αρχαία κοσμικο-κυκλική σημασία της που οδηγεί πίσω στην Ελλάδα– αποσυνδεδεόμενη από το σύνολο των πιο διευρυμένων πρακτικών βίαιης ανατροπής: ξεσηκωμοί, εξεγέρσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, ξεσπάσματα χωρικών. Μετατρεπόμενη, σύμφωνα με τα λόγια του Δούκα του Liancourt που απευθύνονταν στον Λουδοβίκο ΙΣΤ’, σε κάτι διαφορετικό από τις επαναστατικές χειρονομίες, η Επανάσταση καθίσταται μία καταγωγική αρχή [origine], ένας μηχανισμός ιστορικής νομιμοποίησης. Αλλά αυτός ο μηχανισμός αντιστοιχούσε ποτέ στην πραγματικότητα των επαναστάσεων; Το να βραχυκυκλώσουμε το επαναστατικό αντικείμενο δε σημαίνει να το εγκαταλείψουμε αλλά να το αποδομήσουμε.
b. Όπως το θέτει ο Reiner Schürmann στις σελίδες που κάνει λόγο για την απόδομηση της πολιτικής, ξαναγυρνώντας στις αναφορές της Χάννα Άρεντ για να αποκαταστήσει την εγκληματική πολιτική τύφλωση του Χάιντεγγερ, οι ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες παρατηρείται μία προσωρινή απουσία του θεμελίου στο πολιτικό πεδίο, μία καθαίρεση της αρχής του θεμελίου, ως προέλευσης και ως προσταγής, συνίστανται στα μεμονωμένα επεισόδια όπως αυτό της Κομμούνας του 1871, της εξάπλωσης των γαλλικών λαϊκών εταιρειών μεταξύ του διαστήματος του 1789 και του 1793, των αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων κατά την αρχική φάση της ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών, του κομμουναλισμού που εντοπίζουμε αρκετά νωρίς στην αίρεση των Αδελφών του Ελεύθερου Πνεύματος. Τι άλλο είναι αυτά τα συμβάντα αν όχι παραδείγματα πολιτικής δράσης; Τι είναι αυτό που τα διαφοροποιεί από την επανάσταση ως ηγεμονία; Ο Σύρμαν λέει πως η πολιτική δράση αποδομείται με το να την οδηγήσουμε στο πεδίο της παρουσίας, αποτρέποντάς την, έτσι, να αποκρυσταλλωθεί από τη νομιμοποιητική δομή του θεμελίου σε ένα παρόν που διαιωνίζεται, αποτρέποντάς την, δηλαδή, να καταστεί καθολική.
8. Να συνεισφέρουμε στην επίθεση. Μπορούν να μεταχειριστούν ατελείωτους λόγους για να μας εξηγήσουν πως οι εξεγέρσεις κινδυνεύουν να γίνουν μία άλλη κυρίαρχη αντίφαση, πως εντός του μετα-μοντέρνου πλαισίου κάθε πρακτική ισοδυναμεί με μοναδικές ηθικές χειρονομίες. Κάτι τέτοιο δεν μας ενδιαφέρει. Υπάρχουν πρακτικές και χειρονομίες που επιτρέπουν να ξεπεράσουμε αποτελεσματικά ένα επίπεδο έντασης και οι οποίες διαγαύζουν όλα τα υπόλοιπα επίπεδα υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Όλα τα μέτωπα της σύγκρουσης, όλες οι συγκρούσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ένας τοίχος από καουτσούκ πάνω στον οποίο θα προσκρούσουμε. Ωστόσο, είναι οι νέοι μελλοντικοί ξεσηκωμοί, τα χρόνια που έρχονται, που θα διασαφηνίσουν τις προοπτικές, που θα δώσουν μορφή στα τραυλίσματα και που θα συνθέσουν τις μεμονωμένες προσπάθειες σε μία στρατηγική. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου και εμείς στοιχηματίζουμε πως αυτό το σημείο αποτελεί μία στέρεα βάση.
[1] Όρος που χρησιμοποιείται από πολλούς στοχαστές, μεταξύ άλλων και της Ναόμι Κλάιν, ώστε να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η συνωμοσιολογία αρνείται την επιβολή που υφίσταται το ψηφιακό υποκείμενο προσεταιριζόμενη το μελανό του σημείο, δηλαδή την ταυτοποίηση των λύσεων και των εναλλακτικών εξηγήσεων οι οποίες αποκλίνουν από την κριτική και τη χειραφετητική ορθολογικότητα. Είναι αχρείαστο να πούμε πως η συγκεκριμένη οπτική είναι εντελώς λανθασμένη.
Σημειώσεις της Μετάφρασης
[i] Όρος, τον οποίο εισήγαγε ο Αμερικανο-Ιρανός κοινωνιολόγος Asef Bayat και τον οποίο η ομάδα του περιοδικού Endnotes ανέπτυξε περαιτέρω στο κείμενο της για τις σύγχρονες εξεγέρσεις μετά το 2008, με τίτλο Εμπρός Βάρβαροι. Μία από τις βασικές θέσεις του κειμένου εντοπίζεται στην έννοια της σύγχυσης, η οποία κινητοποιεί τα πλήθη των σύγχρονων εξεγερμένων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Endnotes, οι διάφορες υποκειμενικότητες ανά τον κόσμο εξεγείρονται καθώς προσεταιρίζονται μία διακριτή ταυτότητα και εκκινούν από το πεδίο της ιδιαίτερης ταυτοτικής τους καταπίεσης, την οποία όμως ταυτόχρονα επιθυμούν να υπερβούν. Η εν λόγω αντίφαση περιγράφει τη σύγχυση των σύγχρονων εξεγέρσεων, η οποία, ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει και έναν καταλυτικό παράγοντα εντός τους διανοίγοντας μία προοπτική που θα διαρρήξει τα όρια και τους υφιστάμενους ταυτοτικούς διαχωρισμούς. Οι Endnotes υπογραμμίζουν την ετυμολογία της λέξης confusion [σύγχυση] στα αγγλικά, con-fusion, που σηματοδοτεί ταυτόχρονα τη σύγ-χυση, τη σύν-τηξη, τον συγκερασμό δηλαδή των διακριτών ταυτοτήτων.
Στα ελληνικά, Εμπρός Βάρβαροι, μτφρ. φίλες της αναταραχής / εχθροί του έθνους, 2022.
https://yfanet.espivblogs.net/files/2022/12/BARBARIANS-2022-06-26-FRIX-1.pdf
[ii] Αποδίδουμε τον όρο morale ως κανονιστική ηθική. Μεταξύ της έννοιας της ηθικής, éthique, και της κανονιστικής ηθικής, morale, υφίσταται μία θεμελιώδης διαφορά. Η πρώτη βασίζεται σε έναν τρόπο ύπαρξης, σε μία πρακτική του ζην ενώ η δεύτερη σε ένα κωδικοποιημένο σύστημα κανόνων που εγγράφονται σε ένα δόγμα. Για μία διεξοδικότερη επισκόπηση, κάποια μπορεί να ανατρέξει στο έργο του ύστερου Φουκώ ή στο έργο του Ντελέζ, Σπινόζα. Πρακτική φιλοσοφία, στο Κεφάλαιο 2.
Σύμφωνα με το περιοδικό Tiqqun: «Στο δικό μας στόμα, ο όρος «ηθική» περιγράφει καθετί που έχει σχέση με τις μορφές-της-ζωής. Ηθική του μέλλοντος ή της ευαλωτότητας, βιοηθικές ή ηθική του εμπορίου: όλες αυτές οι θεωρήσεις προτείνονται ως ανίσχυρες εναλλακτικές λύσεις υπό το καθεστώς της καθαρής αστυνομικής δύναμης και αυτοαποκαλούνται «ηθικές». Κάτι τέτοιο δεν βγάζει νόημα. Μία παγιωμένη ηθική δεν είναι εφικτή. Δεν υπάρχει παρά μόνο το παιχνίδι ανάμεσα στις μορφές-της-ζωής, και τα πρωτόκολλα πειραματισμού που σχηματοποιούν τοπικά το πλέγμα τους.» [Επίμετρο στην ιταλική έκδοση της Θεωρίας του Bloom, Μάρτιος 2004].
[iii] «Αναρίθμητοι, ανάμεσα στους μπολσεβίκους, την δεκαετία του ‘20 μιλούσαν για το novy byt –τη νέα μορφή ζωής– ως τον θεμελιώδη αγώνα που έπρεπε να κερδηθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής διαδικασίας μέσω, για παράδειγμα, της δημιουργίας κομμούνων. Αυτή η μάχη χάθηκε την επόμενη δεκαετία ξεκινώντας συγκεκριμένα από την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, στις 29 Μαΐου του 1930, όταν ο σταλινισμός κατόρθωσε να αποκαταστήσει τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της μικρο-αστικής μορφής ζωής και ανακήρυξε τα σχέδια που σχετίζονταν με την κατασκευή νέων μορφών ζωής ως “εξτρεμιστικά”, “άνευ θεμελίων” και “ημι-φαντασιόπληκτα”: από κάθε άποψη, τίποτα άλλο παρά κομπλιμέντα. Ο Μαγιακόφσκι είχε αυτοκτονήσει ήδη ένα μήνα πριν από αυτήν την απόφαση» [Marcello Tarì, Δεν υπάρχει μία θλιμμένη επανάσταση. Ο κομμουνισμός της αποσύνταξης, μτφρ. Carla Bottlglieri, Alice Godfoy, Auguste Kraska, éditions divergences, 2019].


