Το υπερηχογράφημα μιας δυνατότητας
Αποσπάσματα από το Tiqqun ΙΙ
Μεταφραστικό σημείωμα
Αναγνωρίζουμε μέσα στους εαυτούς μας τη δυνατότητα να μετασχηματίσουμε συνολικά την ζωή. Χωρίς την παγίδα της διαλεκτικής του κυρίου και του δούλου, αποκτούμε συνείδηση του εαυτού μας: είμαστε το Απρόσμενο Υποκείμενο.
Carla Lonzi, Let’s spit on Hegel [1]
Η συλλογή αποσπασμάτων που ακολουθεί προέρχεται από την ενότητα του δεύτερου τεύχους του περιοδικού Tiqqun με τίτλο Echographie d’une puissance, το οποίο δημοσιεύτηκε το 2001, και μεταφράστηκε στα αγγλικά από το ηλεκτρονικό περιοδικό Ill Will το 2017, με τον τίτλο, Sonogram of a Potential. [2]
Το κείμενο αποτελεί ένα μη-θεραπευτικό υπερηχογράφημα. Η χρήση του από την μια στοχεύει να καταγράψει τους τρόπους που κάτι καθίσταται ορατό, κι από την άλλη, στο να στρέψει την κίνηση από την σφαίρα της πρόβλεψης ενός μέλλοντος, στην διερεύνηση μιας δυνατότητας στο παρόν. Αποσπώντας το υπερηχογράφημα από την ίδια του την τεχνολογία, οι συγγραφείς επιχειρούν να στρέψουν την λογική της πρόβλεψης και της ασφάλειας ενάντια στον εαυτό της, διερευνώντας το «όχι ακόμα» που διαπερνά το παρελθόν μας και ενεστωτικοποιεί την δράση μας. Κάπως έτσι, αυτό το κείμενο επιχειρεί να απενεργοποιήσει με τον τρόπο του, την ίδια την λογική των μηχανισμών (apparatuses) που επιχειρούν να ελέγξουν την ανθρώπινη συμπεριφορά προς μια κατεύθυνση που θεωρείται χρήσιμη, συνετή, έγκυρη ή νόμιμη. Όπως σημειώνουν από την αρχή σε σχέση με αυτό που επιχειρούν: «δεν υπάρχει καμιά συμβατική παράμετρος για την δυνατότητα που αναζητά, με τον ίδιο τρόπο που δεν υπάρχει καμία ερώτηση που να προβλέπει την πραγματοποίησης της».
Βασική εστίαση του κειμένου αποτελεί το πολιτικό και ηθικό πεδίο που ανοίχτηκε με τους ιταλικούς φεμινισμούς του ’60 και του ’70. Από το Demau μέχρι το Manifesto di Rivolta Feminile [3] και το Non credere di avere dei diritti (Don’t Believe You Ηave Rights), η συγγραφή αυτού του κειμένου επιχειρεί να διερευνήσει και να θέσει εκ νέου σε κίνηση την εκστατική δυνατότητα των ιταλικών φεμινισμών της διαφοράς. Ο λόγος που ξεκινάει από την Ιταλία του ’70 δεν είναι τυχαίος. Η γέννηση των γυναικείων ομάδων στην Ιταλία εκείνη την περίοδο, φέρνει στο προσκήνιο τη διαφορά ως μια χειρονομία ρήξης με τον κόσμο όπως είναι οργανωμένος. Αναπτύσσοντας μια φωνή που έρχεται «από το σκοτεινό παρελθόν του κόσμου», από τις σιωπές και την επικράτεια του άρρητου, οι Ιταλίδες φεμινίστριες, επιτέθηκαν στις πολιτικές της ισότητας και της ενσωμάτωσης. Καθώς δεν υπήρχε κανένας τρόπος να μιλήσουν «για τις γυναίκες» εκτός του ανδρικού συμβολικού συστήματος, οι φεμινισμοί εκείνης της περιόδου έβαλαν στο επίκεντρο την υποκειμενικότητα όχι ως δεδομένη, δοσμένη μορφή, αλλά ως ένα πεδίο διερεύνησης δυνατοτήτων.
Η Ιταλία του ’70, αποτελεί ταυτόχρονα την Ιταλία, του 1977. Εκεί που η χειρονομία της αυτονομίας ξετυλίχθηκε ως μια κίνηση ατέλειωτης λιποταξίας: από την οικογένεια, το σχολείο, το γραφείο, τους άντρες, τις γυναίκες, τους πολίτες (This is not a program). Ανατρέχοντας στις ιστορίες της φεμινιστικής οργάνωσης και δράσης, καθώς και τους τρόπους που αυτές κινήθηκαν, απέτυχαν ή διέφυγαν, το κείμενο επιχειρεί να θέσει προς νέες χρήσεις τις δυνατότητες απόσχισης από την επικράτεια του φύλου που ανοίχτηκαν εκείνη την περίοδο. «(…) η Ιταλία του ’70 παραμένει, με κάθε τρόπο, η εξεγερσιακή στιγμή, που είναι πιο κοντά σε μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί, όχι με σκοπό να γράψουμε την ιστορία ενός παρελθοντικού κινήματος, αλλά προκειμένου να ακονίσουμε τα όπλα για τον πόλεμο που λαμβάνει χώρα σήμερα» (This is not a program). Από μια θέση κοντινή σε αυτήν από την οποία οι Ιταλίδες φεμινίστριες το 1970 έγραφαν: «Ψάχνουμε την αυθεντικότητα της χειρονομίας της εξέγερσης», ξεκινάει κι αυτό το υπερηχογράφημα.
Στο κείμενο εισάγονται τρεις έννοιες που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την στροφή που το κείμενο επιχειρεί: ο «εκστατικός φεμινισμός», η «ανθρώπινη απεργία» και η «μεικτή υπόθεση». Θα ήταν ανώφελο να μπούμε σε κάποια διαδικασία εξήγησης αυτών των εννοιών, σαν το πρόβλημα που επεξεργάζονται να αφορά την σφαίρα της «κατανόησης». Και οι τρεις έννοιες, περιγράφουν μια κίνηση. Μια κίνηση προς τα έξω. Ίσως μια κίνηση λιποταξίας, ένα σαμποτάζ ή ένα ταρακούνημα. Κάτι που σε κάθε περίπτωση «σπάει» μια συγκεκριμένη θέση οικειότητας με τον εαυτό, ξεκινώντας από το: «δεν πιστεύω πια όσα έχουν ειπωθεί για μένα». Αναπτύσσοντας μια σκέψη γύρω από τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης και τους τρόπους που μπορούμε να παρέμβουμε σε αυτές, «παίρνοντας το πάνω χέρι» στους μηχανισμούς που μας συγκροτούν ή απλά βάζοντας τους φωτιά, το κείμενο επανέρχεται ξανά και ξανά στην ηθική χειρονομία του εκ-στατικού: την στιγμή που «πέφτεις» από την θέση σου όταν ερωτεύεσαι, την στιγμή που ξεκινάς να μιλάς για κάτι που προηγουμένως σου ήταν αδύνατο να πεις, ή τη στιγμή που κάτι σε διεμβολίζει και βρίσκεσαι εντός του ζωτικού πεδίου ενός πραγματικού ατυχήματος.
Από το 1970 και το 2001 μέχρι σήμερα πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Και δεν είναι μόνο η συγκυρία μας που διαφέρει —η έρημος της οποίας ίσως έχει βαθύνει περεταίρω— αλλά οι συγκεκριμένες ευαισθησίες μας και οι προσανατολισμοί τους. Νέες γραμμές υποκειμενικοποίησης άλλαξαν τους τρόπους με τους οποίους το «ανδρικό» ή το «γυναικείο» οργανώνουν το φύλο και την σεξουαλικότητα. Νέες δυνατότητες και νέοι περιορισμοί, μια σειρά από δράσεις πάνω σε άλλες δράσεις μετέβαλαν τις σχέσεις εξουσίας του φύλου. Μετέβαλαν, δηλαδή, τον ορίζοντα του πιθανού, με τρόπους απίθανους.
Όπως είπε κι ένας καλός φίλος: «όλα αυτά δεν έγιναν αναίμακτα». Η επιβολή μιας επιστημολογίας της έμφυλης διαφοράς, πάνω σε σώματα οριακά και ασύμμετρα, αποτέλεσε και αποτελεί έναν ενεργό μηχανισμό καταπίεσης και ουδετεροποίησης των επιθυμιών. «Οι άντρες και οι γυναίκες», αυτή η φαντασίωση της συμπληρωματικότητας, δεν αποτέλεσε τίποτα παραπάνω από μια φαντασίωση. Μια φαντασίωση που έβαζε τρικλοποδιά στο φαντασιακό μας.
Σήμερα, την στιγμή που ο ορίζοντας που διαγράφει τις γραμμές γύρω από το πώς θα μπορούσαμε να βιώσουμε το φύλο και την σεξουαλικότητα μετακινείται, την ίδια στιγμή «η ασθένεια των ιδιοσυγκρασιών» επεκτείνεται. Και οι τρόποι να αναλάβουμε την ενικότητά μας αιχμαλωτίζονται μέσα σε μια επεκτεινόμενη λειτουργία μηχανισμών (apparatuses) που φαίνεται να έχουν προ-καταλάβει κάθε πιθανό σημείο της συνάντησής μας. Η παρούσα μεταφραστική επιλογή αποτελεί μια προσπάθεια να παρέμβουμε στους μηχανισμούς της δικής μας υποκειμενικοποίησης, δημιουργώντας τους όρους για μια συνάντηση που δεν ξέρουμε που θα οδηγήσει.
Σημαδεύεται επομένως, από την ρωγμή με την οποία ο καθένας μας ξεκινά να βρει το άλλο.
Μέσα από μια τέτοια διαφορά, ξεκινά κι αυτό το κείμενο, να υπερηχογραφεί το σκοτάδι.
Δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κάθε φορά που ένας νέος κόσμος γεννιέται, η δράση γίνεται απλή και θεμελιώδης.
[1] Carla Lonzi, 1977. Translated in English by Veronica Newman. Δημοσιευμένο εδώ:
https://femrad.blogspot.com/p/blog-page.html
[2] Ολόκληρο το κείμενο στα αγγλικά εδώ: https://illwill.com/print/sonogram-of-a-potential
[3] Κείμενο που κυκλοφόρησε στην Ρώμη τον Ιούλιο του 1970. Αποτελεί την πρώτη δράση της ομάδας Rivolta Feminile, η οποία θα ιδρύσει λίγους μήνες μετά τον εκδοτικό οίκο Scritti Di Rivolta Feminile. Το πρώτο Μανιφέστο ως μια απόπειρα «να διακοπεί ο μονόλογος του πατριαρχικού πολιτισμού», αρθρώνει μια κριτική στους τρόπους απήχησης που είχαν γνωρίσει εκείνη την εποχή οι λόγοι για την ισότητα και την ενσωμάτωση των γυναικών, φέρνοντας στο προσκήνιο την διαφορά της γυναικείας θέσης, έναντι της αφομοίωσης της στο ανδρικό συμβολικό σύστημα. Όπως έγραφε η Carla Lonzi στο κείμενο της, Let’s spit on Hegel: «Το να υπάρχεις ως γυναίκα δεν υπονοεί την συμμετοχή στην αντρική εξουσία, αλλά θέτει σε ερώτημα την ίδια την έννοια της εξουσίας. Είναι προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η επίθεση, που σήμερα μας παρέχεται το δικαίωμα της συμπερίληψης στο όνομα της ισότητας. Η ισότητα είναι μια νομική αρχή. (…) Η διαφορά είναι μια υπαρξιακή». Πιο αναλυτικά για τις ιστορίες των ιταλικών φεμινισμών της διαφοράς, μπορείτε να ανατρέξετε στην αγγλική μετάφραση κειμένων από το Milan Women’s Bookstore Collective (1990), με τίτλο: Sexual Difference: A theory of Social- Symbolic Practice, από τις εκδόσεις Indiana University Press, σε μετάφραση των Patriacia Cicogna και Teresa de Lauretis.
Το υπερηχογράφημα μιας δυνατότητας
Αποσπάσματα από το Tiqqun ΙΙ
Do not despair, the hosts
surging beneath the Walls,
(no more than I) are ghosts;
do not bewail the Fall,
the scene is empty and I am alone
(…)
Μην απελπίζεστε, οι στρατιές
που συρρέουν κάτω από τα Τείχη,
(όχι περισσότερο από εμένα) είναι φαντάσματα
Μην θρηνείτε για την Πτώση,
η σκηνή είναι άδεια και είμαι μόνη
(…)
H.D, Helene In Egypt
// Θα μου άρεσε να μην χρειαζόταν να γράψω αυτό το κείμενο. Θα μου άρεσε να διέγραφα τον εαυτό μου πίσω από μια μετριοπαθή πλημμύρα λέξεων, να τύλιγα την σάρκα μου με την ιερή ουδετερότητα του λόγου, να γελοιοποιούσα τις επιθυμίες μου, ή να τις τακτοποιούσα σύμφωνα με έναν αναλυτικό πίνακα παθολογιών που θα με απέμπλεκε μόνο και μόνο για να με καθυποτάξει πιο αποτελεσματικά. Αλλά δεν το έκανα, αφού δεν πιστεύω πλέον όσα έχουν ειπωθεί για μένα. (σελ. 5).
// Έτσι, το να αναρωτηθούμε τι είμαστε, πως φτάσαμε εδώ, ποιοι είναι οι αδερφοί και οι αδερφές μας και ποιοι οι εχθροί μας, δεν είναι πλέον απλά μια ενασχόληση αναψυχής κάποιου διανοούμενου σε ένα ταξίδι ενδοσκόπησης, αλλά μια άμεση ανάγκη. «Τώρα που όλα έχουν καταστραφεί, μου έχει μείνει ένα πράγμα: ο εαυτός μου», είπε η Μήδεια. (σελ. 5).
// Αλλά η ανάγκη για ένα αφήγημα του εαυτού, προκειμένου να μην υποκύψει κανείς στην απραξία της ταυτότητας και στην παραίτηση που φέρνουν οι αποτυχίες της, στην τρέλα του να μην βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στις ίδιες σου τις πράξεις, γεμίζει σήμερα τις τσέπες των ψυχαναλυτών. Εδώ δεν έχει μείνει τίποτα να πούμε: η εμπειρία και το αφήγημα έχουν διαχωριστεί μεταξύ τους κι ό,τι απέμεινε είναι μια ουδέτερη, αποστειρωμένη, καθησυχαστική πληροφορία — και η παθητικότητα μας ως αποδέκτες της. (σελ. 16).
// Το τι μπορούμε να πούμε ή το τι μπορούμε να κάνουμε αφορά την σχέση που έχει αυτό με τα ηθικά προφανή (évidences) που μας συγκροτούν. Το δυνατό (the possible) είναι το περιθώριο όπου η ψυχική μας ισορροπία μπορεί να ταλαντεύεται χωρίς να μας διαλύει, όπου η αποϋποκειμενοποίηση μπορεί να ξεδιπλωθεί χωρίς να μετατραπεί σε παραλήρημα. (σελ. 6).
// Το Θέαμα γίνεται όλο και περισσότερο κλινικό. (σελ. 13).
// Αυτό που επιτρέπει την ανάδυση πρακτικών ελευθερίας, δεν είναι ό,τι δεν είναι αφομοιώσιμο από την κυριαρχία, αλλά ό,τι αποδιαρθρώνει την ψυχοσωματική μας διαταραχή. (σελ. 6).
// Αυτήν η προσέγγιση είναι η προσέγγιση ενός φεμινισμού που ονομάζω εκστατικού επειδή επιχειρεί να βγει έξω από τον αγώνα του και να μολύνει τα πάντα, επειδή υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια που του έδωσαν ώθηση: τις κοινωνικά κατασκευασμένες ταυτότητες του άντρα και της γυναίκας και την μυθολογία του καθολικού ανθρώπου (σελ. 40).
// Η σφαίρα της πολιτικής και πολιτισμικής διαμεσολάβησης έχει αποικιστεί από τον μύθο του ανδρικού φύλου (και της λευκής φυλής). Επομένως, πρέπει να πάμε βαθιά μέσα σε αυτό που δεν έχει ειπωθεί, αυτό που βρίσκεται στην σιωπή, γιατί εκεί βρίσκεται η πρώτη λουδίτικη [1] δράση ενάντια στις τεχνολογίες του φύλου. Ο εκστατικός φεμινισμός έχει κάτι κοινό με τους εργατικούς αγώνες όταν αυτοί λειτουργούν στην σιωπή. Οι καταπιεσμένοι δεν έχουν τίποτα να συζητήσουν με την εξουσία. Η πολιτική συνδέεται στενότερα με την πρακτική παρά με τον λόγο. Η ελευθερία μπορεί και χωρίς small talk. Δεν χρειάζεται να υποδεικνύει τον στόχο της: είναι η ίδια το μέσο και ο στόχος της. (σελ. 36).
// Το 1966, δέκα χρόνια πριν την εμφάνιση του πρώτου τόμου της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας του Michel Foucault, μια ομάδα γυναικών στην Ιταλία είχε ήδη επιτεθεί στην κατασταλτική υπόθεση. Το Demau, ένα ακρωνύμιο για την «απομυστικοποίηση του πατριαρχικού αυταρχισμού» [Demystification of patriarchal authoritarianism], δεν ήταν τόσο μια επίθεση στην ανδρική καταπίεση, αλλά μια ένδειξη ότι υπήρχε ένα πρόβλημα ανάμεσα στις γυναίκες και στην κοινωνία, και ότι δεν ήταν οι γυναίκες που ήταν το πρόβλημα («το γυναικείο ερώτημα»), αλλά η κοινωνία αποτελούσε το πρόβλημα για αυτές τις γυναίκες. Από την δική τους οπτική, η πολιτική της ενσωμάτωσης ήταν για την κατάσταση τους, ότι είναι το χαμομήλι για μια σοβαρή ασθένεια. (σελ. 18).
// Πώς κατέστη δυνατό για την εξουσία να καθυποτάξει τόσα πολλά σώματα, με τόσο διαταραγμένα ένστικτα και τόσες ποικίλες ροπές, μέσα σε μια και μοναδική νόρμα της επιθυμίας και έναν ξεκάθαρα-ορισμένο κατάλογο παρεκκλίσεων; Είναι μια ιστορία καθημερινής καταπίεσης μέσω της υποτίμησης και των μικρο-μηχανισμών, του οικογενειακού εγκλεισμού και της αποθάρρυνσης, της περιθωριοποίησης και της ποινικοποίησης. Οι «άντρες» και οι «γυναίκες» παράχθηκαν επιβάλλοντας μια ταυτοτική συνεκτικότητα πάνω σε φυσιολογίες που δεν έχουν καμία απολύτως. (σελ. 39).
// Ο στόχος είναι να καταστήσουμε ορατές τις πολιτικές τεχνολογίες που διαχειρίζονται τις επιθυμίες, τα σώματα και τις ταυτότητες, προκειμένου να τις τροποποιήσουμε ή να τις ανατινάξουμε (σελ. 36.)
// Ακόμα και σήμερα, το πιο εκπληκτικά τυφλό σημείο μιας τυπικής σκέψης παραμένει το σημείο των έμφυλων σχέσεων, ενώ η οικογένεια και η οικογενειακή λογική συνεχίζουν να τα πηγαίνουν περίφημα καθώς ανασυνθέτουν ξανά και ξανά μια ψευδή εναλλακτική στις καπιταλιστικές σχέσεις. Το παράδειγμα της οικογένειας εξακολουθεί να δομεί τις φαντασίες και τις πρακτικές που σκόπευαν σε μια ρήξη με την κοινωνία, ενσαρκώνοντας μια κατάσταση όπου η κυκλοφορία της εξουσίας δεν διαπλέκεται με την κυκλοφορία του χρήματος, και η οποία ως εκ τούτου, υποτίθεται πως είναι πιο αγνή και επαναστατική. Η λιβιδινική οικονομία, την οποία ο μαρξισμός απέτυχε τόσο θεαματικά να αναλύσει, είναι πραγματικά το πρώτο πράγμα το οποίο πρέπει να λάβουμε υπόψη, επειδή αποτελεί την τρυφερή και αθώα καρδιά όλων των συστημάτων εξουσίας, η οποία ως τέτοια, μας προσκαλεί σε μια ακαταμάχητη συνενοχή. (σελ. 47).
// Η ταξική πάλη αρχίζει να κουτσαίνει καθώς περνάει το κατώφλι του οικογενειακού σπιτιού: μια άλλη οικονομία βασιλεύει εκεί. Η συν-αισθηματική ικανοποίηση δεν έχει καμία αγοραστική δύναμη, η δουλειά της οικογενειακής προσοχής δεν χρειάζεται κανέναν συνδικαλιστή, η κλασική πολιτική ξεκινά να καταρρέει: η νόρμα έχει τον τελευταίο λόγο. (σελ. 49).
// Στις διαλέξεις του 1980-81, ο Foucault εξήγησε πως το ζήτημα της διακυβέρνησης έχει να κάνει πλέον με την διαχείριση των συμπεριφορών. Η εξουσία γίνεται έτσι βιοεξουσία, εφόσον δίνει μορφή στις ίδιες τις ζωές που διαχειρίζεται. Προκειμένου να το κάνει αυτό, πρέπει να πάρει το πάνω χέρι στο σώμα, ως αυτό που εξατομικεύει και διαχωρίζει τα όντα, και να εφαρμόσει την παρατήρηση και την στατιστική πάνω στις επιθυμίες που περιέχονται σε αυτό. Η εξουσία πάνω στην επιθυμία του άλλου είναι αυτό που πρακτικά τον καθιστά έναν αληθινό σκλάβο, επειδή καμία χειραφέτηση που δεν είναι η χειραφέτηση μιας επιθυμίας για χειραφέτηση δεν μπορεί να τον βγάλει εκτός από τους συσχετισμούς δύναμης με τους οποίους παλεύει. (σελ. 40).
// Δεν είναι δυνατή καμία ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών, ούτε μεταξύ αντρών και αντρών, ούτε μεταξύ γυναικών και γυναικών. Η λεία επιφάνεια της αφηρημένης αριθμητικής που διαμορφώνει την βάση για την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας συντρίβεται συνεχώς κάτω από το βάρος των μη αναγώγιμων ηθικών διαφορών. Κάτω απ’ το βάρος της αμφίσημης φύσης των εκλεκτικών συγγενειών. Κάτω από την υποψία ότι η κυκλοφορία της εξουσίας είναι ένα ερώτημα ποιοτήτων που ενσωματώνονται, ότι εξουσία περνάει μέσα από τα σώματα. (σελ. 40).
// Δεν υφίσταται καμία αγνότητα ανάμεσα στους καταπιεσμένους και τις καταπιεσμένες, αυτές που είναι αποκλεισμένες από την ιστορία είτε είναι γυναίκες είτε μια μειονότητα είτε μια τάξη. Αντιθέτως, ο καταπιεσμένος είναι εκείνος, εκείνη ή εκείνο που δεν έχει άλλη επιλογή από το να συμμετέχει στην κυρίαρχη μηχανή. Ο καταπιεσμένος είναι πράγματι, το πιο άμεσα εξαρτημένο προϊόν της, το προϊόν με την μικρότερη δυνατότητα αυτο-καθορισμού. (σελ. 28).
// O Fitzgerlald το ονόμασε ράγισμα (crack up). Δεν πρόκειται ούτε για κοινωνική αγανάκτηση, ούτε για επιδημία, ούτε μαζική δυστυχία. Όπως κι αυτό το κείμενο, το ράγισμα αποτελεί ένα ζήτημα προσωπικό μέσα στην εποχή της μαζικής αποπροσωποποίησης. Έχει να κάνει με την ενικότητα: αποτελεί την αταξινόμητη ασθένεια των ιδιοσυγκρασιών, την αρρώστια των μορφών-ζωής ως τέτοιες, την αποτυχία μας να συνάψουμε μια σχέση συνέργειας με τον κόσμο, και το γεγονός πως έχουμε παραιτηθεί από το να την ψάχνουμε. (σελ. 38)
// Η διαφορά μεταξύ των μορφών ζωής συνδέεται αυστηρά με τις διαφορές ανάμεσα στις ρωγμές τους (σελ. 38-39).
// Θέλω να αγωνιστώ μαζί με τις γυναίκες — και τους άντρες. Δεν θέλω να εγκαταλείψουμε την πολεμική μηχανή. Θέλω να μεγαλώσουμε μαζί της, να την επιθυμούμε τόσο που να μην μπορούμε να της αντισταθούμε. Θέλω να την κάνουμε πραγματικά «μεικτή». Και διαστροφική. Και πολύμορφη. Και επιθετική. Θέλω να μην βαρεθούμε ξανά. Θέλω να ξεχάσουμε τις γυναίκες, να ξεχάσουμε τους άντρες, επειδή αυτά είναι απλά δυο ονόματα για τον ίδιο περιορισμό που οργανώνει την συσσώρευση και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Έξω από τον καπιταλισμό και την συσσώρευση αγαθών, έξω από τον πόλεμο που διεξάγεται για την επέκταση της εξουσίας, δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε με τους «άντρες» και τις «γυναίκες», ούτε με τις οικογενειακές τους παθογένειες. Χεστήκαμε για την συμβατότητα με το παρόν τους. Μας αφορά το μέλλον μας. (σελ. 14).
// Για αυτό κάθε αναβλητική λογική εξυπηρετεί έναν χρόνο χωρίς παρόν: το μόνο επείγον για μας τώρα, είναι να καταστήσουμε την δυσφορία επιθετική, και να γίνουμε οι συνεργοί της. (σελ. 7).
// Δεν μπορούμε να μειώσουμε τον διαχωρισμό, ούτε και να ξεμπλοκάρουμε την δύναμη μας, εισάγοντας μηχανισμούς αυτο-καταπίεσης μέσα στο κοινωνικό σώμα, όπως ο αντι-ρατσισμός, ο αντι-φασισμός, και το αντι-μάτσο. Καμιά ελπίδα! Κάθε «όχι» ή «καλύτερα όχι» προσθέτει κάτι ακόμα στο συνονθύλευμα απαγορεύσεων που απαρτίζουν την καθεμιά από τις ζωές μας, και οι οποίες ξεκινούν με την μανούλα και τον μπαμπούλη, περνάνε στο κράτος και την κοινωνία για να καταλήξουν στην αγκαλιά της βιοεξουσίας. (σελ. 70).
// «Αυτό μας κάνει σίγουρα πιο συνειδητοποιημένες», είπε μια γυναίκα πάνω στο θέμα της αυτο-συνείδησης, «αλλά δεν μας δίνει εργαλεία, δεν μας ωθεί στην δημιουργία καμιάς συμβατικής εξουσίας που θα μεταμορφώσει το κοινωνικό: μας δίνει μόνο συνείδηση και οργή». (Don’t believe you have rights). Κι όμως, μέσα σε αυτές τις λέξεις που ανταλλάχτηκαν ανάμεσα σε γυναίκες που μέχρι εκείνη την στιγμή παρέμεναν βουβές, κάτι πήρε μορφή, κάτι που θα παρέμενε κομμάτι της φεμινιστικής παράδοσης: μια συγκεκριμένη σχέση εγγύτητας και οικειότητας με την σφαίρα της πρόσληψης (the perceptible), ένα πήγαινε-έλα ανάμεσα στο συγκεκριμένο και στο αφηρημένο που έσπασε την απαλή επιφάνεια των λόγων που νομιμοποιούν την εξουσία. (σελ. 19).
// Eίναι δύσκολο να φανταστούμε την απελευθέρωση των καταπιεσμένων, όταν η καταπίεση αποτελεί την μόνη συμφωνημένη πηγή ευχαρίστησης που είναι κοινωνικά αποδεκτή. (σελ. 46).
// «Η υφή του δέρματος ‘ανήκει’ επίσης στις γλώσσες που το αγάπησαν ή το μίσησαν, και όχι μόνο στο σώμα που το περικλείει» (Lyotard). Για τον λόγο αυτό, η φράση «αυτό το σώμα μου ανήκει» είναι μια εξαπάτηση, ένα μεγάλο ψέμα: όσο υπαρκτό είναι ένα κεντρικό αποσωματοποιημένο «εγώ», άλλο τόσο υπαρκτό είναι και το καθεστώς ιδιοκτησίας των σωμάτων. Η απόλαυση μάς «λύνει», μας βάζει στην εκστατική θέση, όπου μπερδευόμαστε με τον άλλο/τους άλλους (l’autre-les autres). Και η μοναχική ή αυτιστική απόλαυση είναι ακόμα μια μεταβλητή της κοινωνικότητας. Εάν χρειαζόμαστε μια σκέψη που να πάει πέρα από τον μονισμό ή τον δυϊσμό (την διχασμένη προσωπικότητα) και την διαλεκτική (το κόλπο για την διατήρηση της), δεν είναι επειδή βρίσκουμε την «μεικτή» υπόθεση πιο σέξυ από τις ξέχωρες συντακτικές εξουσίες (constitutions) αλλά επειδή οι επιθυμίες και οι απολαύσεις είναι σχεσιακά δημιουργήματα. Όσο λιγότερο το πεδίο της εμφυλοποίησης βαραίνει από τις νόρμες, τόσο πιο ευρύ γίνεται το παιχνίδι μεταξύ των ενικοτήτων (singularities), επεκτείνοντας περεταίρω τις κινήσεις της υποκειμενικοποίησης και της αποϋποκειμενικοποίησης, ανεβάζοντας την δύναμη (potency) των εμπλεκόμενων όντων (μικρομοριακά και συλλογικά). (σελ. 75).
// Η ενσωμάτωση των παραβάσεων και των σεξουαλικών διαστροφών μέσα στην καρδιά της κυρίαρχης ταξινόμησης δεν έχει τόσο να κάνει με τα ανοιχτά μυαλά που προέκυψαν από την «σεξουαλική επανάσταση» αλλά πιο πολύ με την ανάγκη αποικισμού περιοχών της επιθυμίας που βγαίνουν όλο και πιο συχνά προς τα έξω. Επομένως αν το ηθικό πεδίο της ομοφυλοφιλίας ήταν στο παρελθόν μια ζώνη που έπεφτε έξω από το βλέμμα της Εκκλησίας, το χέρι του Κράτους, και την αναπαραγωγή της οικογένειας, είναι σήμερα που έχει τόσο ολοκληρωτικά κατακλυστεί και αναδευτεί με το Θέαμα, που η συμβολική του ενσωμάτωση μέσα στους θεσμούς το εξανάγκασε να μπει σε πρόγραμμα. Ο έλεγχος των σωμάτων και η υπαγωγή των επιθυμιών τους από την προοδευτική αποικιοποίηση, έχει καταλήξει στο να μεταμορφώνει όλα τα ίχνη του σεξουαλικού αντι-κομφορμισμού μέσα σε ένα νέο οικοδομήσιμο πεδίο εμπορευματικής δημοσιότητας. (σελ. 78).
// Το να εγκαταλείψουμε τον τρεμάμενο φόβο του κομφορμισμού μαζί με την κοροϊδία του αντι-κομφορμισμού, αποτελεί τον μόνο δυνατό αμοραλισμό μέσα στην βιοεξουσία. (σελ. 32).
// Ίσως αυτό το κείμενο δεν ήταν ξεκάθαρο. Πού θέλει να το πάει; Μέσα σε αυτή την αβέβαιη περιοχή που είναι η καθημερινή ζωή μας, σε αυτό το έδαφος το οποίο έχει αμφισβητηθεί τόσο λίγο επειδή είναι το έδαφος πάνω στο οποίο πατάμε, και που αν ήταν να ξεκινήσουμε να το διαβρώνουμε, πρώτα από όλα: θα ήταν τόσο προφανές στον καθένα και δεύτερον: θα είμασταν σε τέτοια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που δεν θα γράφαμε κείμενα.
Και σε κάθε περίπτωση, τι είδους κείμενο μιλάει για αυτά που όλοι βλέπουν και δεν κατονομάζει έναν συγκεκριμένο εχθρό, δεν θέτει προγραμματικά ζητήματα ή δεν εξηγεί και τίποτα ακριβώς καινούργιο;
Είναι ένα εργαλείο. Ή για την ακρίβεια, ένα όπλο για τον πόλεμο. Είναι ένα εργαλείο όταν το χρησιμοποιούμε στους εαυτούς μας, προκειμένου να καταδείξουμε τους μηχανισμούς των τεχνολογιών του φύλου που μας συγκροτούν, και είναι ένα όπλο όταν το στρέφουμε ενάντια σε αυτούς που μας εμποδίζουν από το να πάρουμε το πάνω χέρι στους μηχανισμούς αυτούς, όλους εκείνους, δηλαδή, τους συνειδητούς ή ασυνείδητους πόλους αναπαραγωγής της λογοκρισίας. Είναι το ντουφέκι του μεικτού παρτιζάνικου πολέμου που έχει ανάγκη το Φαντασιακό Κόμμα. (σελ. 79).
// Για την ώρα είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι. Είναι καιρός να ξεκινήσουμε μια απεργία διαρκείας. Μια ανθρώπινη απεργία, η οποία θα είναι τόσο ριζοσπαστικά καταστροφική που θα καταστρέψει μέσα στην κίνηση της τον εχθρό που είναι μέσα μας. Και μόνο τότε θα συνειδητοποιήσουμε πόσο χώρο μας πήρε και πόση επιείκεια απαίτησε από μας, πόσο χρήσιμος ήταν επίσης καθώς και πόσο συνεργάστηκε και συμμετείχε στην κατασκευή της συνοχής μας (την συνοχή του θανάτου ανάμεσα στα παιδιά της διαλεκτικής).
Η ανθρώπινη απεργία δεν ζητά —και με έναν τρόπο είναι ίσως το αντίθετο— μια σεξουαλική επανάσταση· απαιτεί μια ψυχοσωματική επανάσταση. Το επιστημολογικό ερώτημα εδώ είναι ένα συναισθηματικό ερώτημα, ένα αποφασιστικό ερώτημα που αφορά την σχέση μας με τον κόσμο· το πολιτικό ερώτημα εδώ είναι ένα υπαρξιακό ερώτημα, ένα ερώτημα που θέτει τα εν-τω-κόσμω-είναι μας (being-in-the-world) μέσα στο παιχνίδι. Η ανθρώπινη απεργία επιτίθεται στην εμπορευματική οικονομία υπονομεύοντας τις δυο βάσεις της: την ψυχική οικονομία και την λιβιδινική οικονομία.
Είναι επικίνδυνο;
Ναι, κι είναι πανέμορφο. (σελ. 80)
// «Η καταστροφή σε κρατάει νέο», έγραφε ο Μπένγιαμιν, και είχε δίκιο. (σελ. 80).
[1] Οι λουδισμός (luddism) αναφέρεται στο κίνημα υφαντουργών του 19ο αι. στην Αγγλία, που μεταξύ του 1811-1814, εξεγέρθηκαν ενάντια στην μηχανοποίηση της παραγωγής και στις τεχνολογίες της βιομηχανικής επανάστασης.



